Οι τοίχοι μου και η τύχη μου

Οι τοίχοι μου και η τύχη μου

Είναι ίσως η δεύτερη φορά που μοιράζομαι εδώ μερικές παραπάνω σκέψεις. Δεν το κάνω συχνά αλλά η αλήθεια είναι πως μου αρέσει να μοιράζομαι μερικά κομμάτια του εαυτού μου με τα άτομα που διαβάζουν αυτά που γράφω. Τελευταία, συνειδητοποίησα πόσο πολύ έχω αλλάξει σαν άνθρωπος. Πάντα ήμουν ανοιχτό βιβλίο, εμπιστευόμουν και δενόμουν εύκολα, έδινα ό,τι ένιωθα πως θέλω να δώσω απλόχερα. Μέχρι που κάποια στιγμή, όλα αυτά τα έδωσα σε λάθος ανθρώπους.

Τότε έμαθα πως δεν θα με εκτιμήσουν όλοι. Δεν θα δουν όλοι αυτό που ήθελα να δείξω. Και έπρεπε να κάνω κάτι για να προστατέψω τον εαυτό μου. Έχτισα έναν τοίχο πίσω μου. Έτσι, όταν κάτι με πλησίαζε το έβλεπα πρώτα. Τίποτα δεν μπορούσε να μου έρθει χωρίς να το έχω ήδη δει. Μετά, είδα πως μπορούσαν να έρθουν πράγματα από τα πλάγια, πράγματα που ναι μεν θα έβλεπα αλλά ίσως όχι τόσο καλά πριν με αγγίξουν. Έχτισα άλλους δύο τοίχους, έναν αριστερά κι έναν δεξιά μου. Τότε τα έβλεπα όλα από πριν! Το να βλέπω, όμως, με κούρασε τόσο πολύ. Δεν ήθελα άλλο να βλέπω. Οπότε, έχτισα κι άλλον τοίχο. Μπροστά μου αυτή τη φορά.

Είχα το δικό μου σπιτάκι. Προστατευμένο, μικρό και άνοιγα την πόρτα λίγο, μόνο σε ό,τι ήθελα. Και πορευόμουν με αυτό. Μέχρι που μια μέρα, φράκαρε η πόρτα. Δεν το ήθελα αυτό. Δεν ξέρω γιατί συνέβη. Δεν άνοιγε! Δεν μπορούσα να βγάλω ό,τι είχα κρατήσει μέσα, δεν μπορούσα να βάλω ό,τι είχε μείνει έξω και περίμενε.

Κατηγόρησα την τύχη μου. Γιατί αν δεν ήμουν τόσο γκαντέμω, δεν θα φράκαρε η πορτούλα μου. Προσπάθησα να την ανοίξω αλλά μάταια. Αλλά δεν έφταιγε η τύχη μου. Έφταιγαν οι τοίχοι μου! Ίσως έπρεπε σιγά σιγά να αρχίσω να τους γκρεμίζω. Όχι τελείως. Θα άφηνα μια μικρή μάντρα γύρω μου, όπως έπρεπε. Αλλά όταν μπήκα στο σπιτάκι μου, είδα πως ξέχασα το σφυρί μου έξω.

Κλώτσησα τον πίσω τοίχο μία, δύο, τρεις. Και τους πλαϊνούς. Και τον μπροστά. Κάποια στιγμή, τα τουβλάκια μου άρχισαν να κουνιούνται δειλά δειλά. Τώρα κουνιούνται πολύ πιο εύκολα. Με είδαν κάποιοι που περνούσα απ’έξω και μου πρότειναν να μου δώσουν ένα σφυρί. Δεν το δέχτηκα. Μόνη μου έχτισα το σπιτάκι, μόνη μου θα το γκρεμίσω.

Και εκεί όπως κλωτσούσα μανιωδώς, είδα μέσα στο σκοτάδι κάτι να γυαλίζει από τη χαραμάδα που άνοιξα. Σαν μέταλλο.

Τελικά όλον αυτόν τον καιρό, εκεί ήταν το σφυράκι μου!

Leave a Reply

Your email address will not be published.